Κυριακή
πρωί στην Πανεπιστημίου μεταξύ του
Νομισματικού Μουσείου και του Αγίου
Διονυσίου (της καθολικής εκκλησίας).
Nobiscum Dominus, λοιπόν,
και πάμε. Περπατάς και σου πιάνει την
κουβέντα μια γιαγιά για τα θέματα των
πανελλαδικών στην έκθεση (πόσο μούσι
πρέπει να αφήσεις για να καταλάβουν ότι
δεν πας σχολείο και ότι στην τσάντα
έχεις άλλα πράγματα;). Καθώς προχωράς
σου λέει για την πολιτική κατάσταση της
χώρας, για την κυβέρνηση που θα κάνει
(αν κάνει) ο ΣΥΡΙΖΑ και για τα παιδιά της
(Ελληνίδα μάνα είναι στην τελική). Ο ένας
γιος που πήγε στην Γερμανία και πλούτισε
(μοιράζουν λεφτά τελικά εκεί, γιατί
νόμιζα ότι δεν υπάρχει γη της επαγγελίας...;)
και για τον άλλον που έμεινε στην Ελλάδα
(μα τι ηλίθιος) και ζει μεροδούλι μεροφάι
από την δουλειά του σε μία τράπεζα.
Ωραία
και καλά όλα αυτά, αλλά που θέλω να
καταλήξω. Κοιτάξτε. Είναι αλήθεια ότι
τον τελευταίο καιρό (μνημόνιο vol.1
και μετά) έχουμε αρχίσει
να ασχολούμαστε με την πολιτική ζωή της
χώρας. Αυτό είναι αρκετά καλό ομολογουμένως.
Το περίεργο είναι ότι έχουμε αρχίσει
να ασχολούμαστε προσπαθώντας να καλύψουμε
τον χαμένο χρόνο. Και άντε να καλύψεις
μία απόσταση 40 ετών σχεδόν από την
Μεταπολίτευση και εξής.
Έχουμε
γίνει υπερβολικοί. Λέμε, λέμε, λέμε και
ουσιαστικά δεν ξέρουμε τι λέμε. Λέμε
για να λέμε. Η πολιτική για την πολιτική.
Έτσι απλά. Απλά θέλουμε να δείχνουμε
ότι ξέρουμε γιατί μιλάμε, ότι έχουμε
άποψη και ότι μπορούμε να ασκήσουμε
πίεση. Ναι καλά.
Πού
ήσουνα, γιαγιά, όταν οι offshore
ξεπηδούσαν σαν μανιτάρια
και η Ελλάδα είχε καταντήσει να μοιάζει
με το στρουμφοχωριό; Όταν σου έλεγαν
ότι λεφτά υπάρχουν αλλά είχαν ήδη
συμφωνήσει ότι θα μπαίναμε στο ΔΝΤ; Όταν
μετέφεραν τις ισοτιμίες (όταν είχαμε
δραχμή. Δεν ξέρω αν υπάρχει πραγματική
περίπτωση να επιστρέψουμε σ' αυτήν,
γιατί δεν θα 'χουμε μόνο εμείς αλλά και
η Ευρώπη χασούρα.) στα εξωτερικά δάνεια
όπως μας βόλευαν; Όταν υπογράφονταν οι
συμβάσεις των υποβρυχίων; Όταν, όταν,
όταν....
Αλλά
τώρα ξέρεις να λες ότι πρέπει να αλλάξει
η κατάσταση και ότι πρέπει να σπάσει ο
δικομματισμός και να ψηφίζεις κάτι
εκτός των δύο μέχρι τώρα μεγάλων κομμάτων.
Και να λες ότι σε νοιάζει για την νεολαία
και τι θα απογίνει. Τώρα σε έπιασε,
γιαγιά, ο πόνος; Τόσα χρόνια τι έκανες;
Σε μιαν ανάσα θα τα χωρέσεις όλα;
Δεν
ξέρω με τι κριτήρια ψηφίζει ο καθένας
και να πω την αλήθεια δεν με πολυνοιάζει.
Τις απόψεις μου τις έχω και τις έχω
σκεφτεί καλά. Αλλά αυτό δεν σημαίνει
ότι μπορώ να δεχτώ την λεγόμενη “ψήφο
διαμαρτυρίας”. Τι είναι αυτό; Για να
μην βγει ο ένας ψηφίζω τον άλλο; Και μετά
μιλάω για αλλαγές; Για ποιες αλλαγές;
Αυτές που τις δέχομαι συγκαταβατικά
για να μην βγει εκείνος που δεν χωνεύω;
Ούτε τα γυμανασιόπαιδα δεν ψηφίζουν
έτσι. Και μετά να ευλογάω τα γένια μου
ότι έκανα το χρέος μου στην πολιτική
ζωή της χώρας; Σας παρακαλώ μην με
κοροϊδεύετε. Με ενοχλεί αφάνταστα.
Σίγουρα και υπάρχουν εκείνοι που ψήφισαν
με θετική διάθεση γιατί συμφωνούσαν με
τις θέσεις του κόμματος για το οποίο
έριξαν το ψηφοδέλτιο. Δυστυχώς, όμως,
δεν ξέρω πόσοι είναι και κάτι μου λέει
ότι είναι η μειοψηφία.
Στο
δια ταύτα: ο Έλληνας πολιτικοποιήθηκε.
Του πήρε πολύ αλλά τα κατάφερε. Αλλά
ακόμα δεν ξέφυγε από την σύγχυση της
ψήφου για κυβέρνηση και της ψήφου της
Eurovision (πάλι
σαρώσαμε...). Το θέμα είναι να καταφέρει,
λοιπόν, να ξεχωρίσει την ήρα από το
στάρι. Μόνο ρε παιδιά, μην μας πάρει πάλι
40 χρόνια...

